Λογοθεραπεία είναι η επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη, τη διάγνωση, την πρόγνωση, την πρόληψη και την αποκατάσταση των διαταραχών

  • Της επικοινωνίας
  • Του λόγου
  • Της ομιλίας
  • Της φωνής
  • Της σίτισης και κατάποσης

Στο χώρο μας παρέχουμε υπηρεσίες για άτομα με διαταραχές όπως:

  • Διαταραχές αυτιστικού φάσματος
  • Αρθρωτικές διαταραχές
  • Φωνολογικές διαταραχές
  • Ειδική γλωσσική διαταραχή
  • Βαρηκοΐα- κώφωση
  • Διάφορα Σύνδρομα
  • Καθυστέρηση ανάπτυξης του λόγου
  • Νοητική υστέρηση
  • Μαθησιακές Δυσκολίες
  • Δυσλεξία
  • Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής ή και υπερκινητικότητας

Η Λογοθεραπεία αποσκοπεί στη βελτίωση ή και αποκατάσταση των παραπάνω διαταραχών μέσα από εξατομικευμένα ή ομαδικά προγράμματα. Λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες και τη διαταραχή του κάθε παιδιού, μέσα από σταθμισμένα και άτυπα τεστ, που πραγματοποιούνται στο χώρο μας, ο λογοθεραπευτής δημιουργεί ένα θεραπευτικό πλάνο που στόχο έχει την ανάπτυξη της λεκτικής επικοινωνίας και την καθαρότητα της ομιλίας.

 

Η εργοθεραπεία είναι ο κλάδος της υγείας που ασχολείται με την κινητικότητα και το συντονισμό των κινήσεων (αδρή κίνηση, λεπτή κίνηση, στάση σώματος), προάγει την ανεξαρτητοποίηση βασικών δεξιοτήτων αυτοφροντίδας (σίτιση, ένδυση, τουαλέτα), αξιοποιεί την παραγωγικότητα του παιδιού και εφήβου στο μέγιστο των δυνατοτήτων του (βελτίωση ή απόκτηση αναπτυξιακών δεξιοτήτων, συγκέντρωση, προσοχή, οργάνωση) και συμβάλλει στην ομαλή ένταξή του στο κοινωνικό περιβάλλον (συμπεριφορά).
Ο Αμερικάνικος σύλλογος εργοθεραπείας κατατάσσει τα ποικίλα ανθρώπινα έργα σε οχτώ τομείς τους οποίους ονομάζει τομείς έργου. Οι τομείς αυτοί περιλαμβάνουν τις εξής κατηγορίες δραστηριοτήτων:

  • Δ.Κ.Ζ (μπάνιο, ντους, τουαλέτα και υγιεινή τουαλέτας, ένδυση, σίτιση, προσωπική υγιεινή και περιποίηση)
  • Σύνθετες Δ.Κ.Ζ (φροντίδα άλλων, ανατροφή παιδιών, διαχείριση σπιτιού διατήρηση της ασφάλειας και αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών)
  • Ανάπαυση &ύπνος (ανάπαυση, προετοιμασία ύπνου και συμμετοχή στον ύπνο)
  • Εκπαίδευση
  • Εργασία
  • Ελεύθερος χρόνος
  • Παιχνίδι (διερεύνηση και συμμετοχή παιχνιδιού)
  • Κοινωνική συμμετοχή (συμμετοχή στην κοινότητα –γειτονιά σχολείο, εργασιακό χώρο)

Ένα παιδί χρειάζεται εργοθεραπεία όταν :

  • Παρουσιάζει δυσκολίες στη γραφή(σχηματισμός γραμμάτων, λάθος λαβή κρατήματος μολυβιού, ζωγραφική έξω από τις γραμμές)
  • Δυσκολεύεται στη χρήση του ψαλιδιού
  • Είναι αδέξιο στις κινήσεις του, σκοντάφτει, πέφτει συχνά κάτω, χάνει την ισορροπία του
  • Δυσκολεύεται να ολοκληρώσει μια δραστηριότητα είτε γιατί δεν μπορεί να συγκεντρωθεί είτε γιατί δεν μπορεί να τη σχεδιάσει, να την οργανώσει και να την εκτελέσει
  • Είναι υπερδραστήριο ή υποτονικό
  • Δυσκολεύεται σε βασικές δεξιότητες όπως ντύσιμο, σίτιση, μπάνιο, πλύσιμο δοντιών, δέσιμο παπουτσιών
  • Δυσκολεύεται σε παιχνίδια ισορροπίας ή πηδηματάκια και στο πέταμα και πιάσιμο της μπάλας
  • Έχει κακή στάση σώματος όταν κάθεται στην καρέκλα

Η Συμβουλευτική είναι μια διαδικασία αλληλεπίδρασης, σκοπός της οποίας είναι η παροχή βοήθειας σε ένα άτομο ή σε μια ομάδα ατόμων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες και προβλήματα σε κάποιο τομέα της ζωή τους, σε προσωπικό, διαπροσωπικό, επαγγελματικό ή οικογενειακό επίπεδο. Τα άτομα που δέχονται συμβουλευτική συνήθως βιώνουν δυσάρεστα συναισθήματα, αισθάνονται δυσφορία και διακατέχονται από φόβο ή ανησυχίες επηρεάζοντας την καθημερινότητα τους και τον τρόπο που τη βιώνουν.

Η Συμβουλευτική διαφέρει από τη ψυχοθεραπεία. Κατά τη διάρκεια της συμβουλευτικής διαδικασίας σύμβουλος και συμβουλευόμενος συνάπτουν μια εμπιστευτική σχέση εντός της οποίας πραγματοποιείται η διερεύνηση και η αποσαφήνιση των ζητημάτων που απασχολούν το άτομο. Ο σύμβουλος δεν ερμηνεύει. Ο ρόλος του είναι υποστηρικτικός. Διευκολύνει επικεντρωμένος στο «εδώ και τώρα» τις εσωτερικές διεργασίες του συμβουλευόμενου, χτίζοντας μια σχέση αποδοχής και σεβασμού που ευνοεί την ανάδυση σκέψεων και συναισθημάτων και συμβάλλει στην ενίσχυση της λειτουργικότητας του ατόμου στην καθημερινότητά του.

Υπάρχουν πολλά είδη συμβουλευτικής ανάλογα με το είδος της βοήθειας και με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ανθρώπων προς τους οποίους απευθύνεται η βοήθεια, όπως η συμβουλευτική γονέων, η συμβουλευτική ζεύγους οικογένειας, η συμβουλευτική στην εκπαίδευση, η εργασιακή συμβουλευτική, η συμβουλευτική σταδιοδρομίας, η συμβουλευτική για τη αντιμετώπιση κρίσεων.

Η Συμβουλευτική είναι μια διαδικασία με αρχή, μέση και τέλος. Ολοκληρώνεται όταν ο σύμβουλος και ο συμβουλευόμενος κρίνουν ότι οι στόχοι έχουν επιτευχθεί. Απώτερος σκοπός είναι η κατανόηση των ζητημάτων που απασχολούν το άτομο, η ανάπτυξη των δεξιοτήτων επίλυσης προβλημάτων, η βελτίωση των σχέσεών του και η καλύτερη λειτουργικότητά του τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο για να έχει μια ικανοποιητική ζωή.

Η συμβουλευτική γονέων απευθύνεται σε γονείς που είτε τα παιδιά τους ακολουθούν κάποιο θεραπευτικό πρόγραμμα όπου γίνεται ενημέρωση των στόχων και οι γονείς λαμβάνουν οδηγίες για την ενίσχυση των στόχων αυτών είτε σε γονείς που έχουν την ανάγκη να μοιραστούν τις ανησυχίες τους και ζητούν τη βοήθεια του ειδικού- ψυχολόγου για να τους κατευθύνει για θέματα που αφορούν στα παιδιά τους, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ως προς το χειρισμό επίλυσης των προβλημάτων και δημιουργούν δυσλειτουργία στην καθημερινότητα τη δική τους και των παιδιών τους, όπως:

  • Θέματα συμπεριφοράς
  • Όρια
  • Δυσκολίες που προκύπτουν σε μαθησιακό επίπεδο
  • Συναισθηματικού τύπου δυσκολίες
  • Φοβίες
  • Bullying

Οι δυσκολίες μάθησης είναι ένας γενικός ορισμός και αναφέρεται σε μια μεγάλη μερίδα μαθητών που έχουν δυσχέρεια να αποκτήσουν βασικές σχολικές γνώσεις. Στον όρο αυτό συμπεριλαμβάνονται παιδιά με αναπτυξιακές διαταραχές, χαμηλό νοητικό δυναμικό, με συναισθηματικές δυσκολίες, πολιτισμική αποστέρηση, παιδιά δίγλωσσα και γενικά παιδιά που έχουν μαθησιακά ελλείμματα. Από την άλλη μεριά ο όρος «ειδικές δυσκολίες μάθησης» (δυσλεξία) περιλαμβάνει τα παιδιά που έχουν κανονικό ή υψηλό δείκτη νοημοσύνης αλλά εμφανίζει ελλείμματα στα σχολικά αντικείμενα (ανάγνωση, ορθογραφία, μαθηματικά). Στην πρώτη περίπτωση οι δυσκολίες μπορεί να είναι πιο ήπιες όταν δεν πρόκειται για μια γενικότερη καθυστέρηση και μπορεί με κατάλληλη υποστήριξη στο σχολείο αλλά και στο περιβάλλον ο μαθητής να ανταποκριθεί θετικά και να φτάσει σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο ή ακόμα να ξεπεράσει τις δυσκολίες του. Στην περίπτωση όμως των ειδικών δυσκολιών μάθησης ο μαθητής χρειάζεται εξατομικευμένη μαθησιακή υποστήριξη και μπορεί ανάλογα με το βαθμό δυσκολίας της κάθε περίπτωσης οι δυσκολίες να τον ακολουθούν σε όλη του τη ζωή καθώς πρόκειται για δυσκολίες επίμονες και ανθεκτικές στο χρόνο.

Η διάγνωση της δυσλεξίας ως ειδικής μαθησιακής διαταραχής στην εκμάθηση και πρόσκτηση του γραπτού λόγου έχει σαν στόχο να απαντήσει στο ερώτημα αν το παιδί ανήκει ή όχι στην ομάδα των παιδιών της εν λόγω διαταραχής. Είναι σημαντικό να γίνει μια εκτενής αξιολόγηση και να παρθεί ένα ιστορικό από τους γονείς και από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς όπως είναι το σχολείο, ώστε να μπορούν να αποκλειστούν περιπτώσεις άλλων διαταραχών δηλαδή να γίνει διαφοροδιάγνωση για το αν το παιδί έχει  δυσλεξία ή αν ανήκει σε μια άλλη ομάδα παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Αυτό γιατί μπορεί σε κάθε περίπτωση το παιδί να έχει ανάγκη υποστήριξης και διαφοροποιημένης διδασκαλίας και αξιολόγησης όμως  θα πρέπει να είναι σαφές ποια είναι η φύση της δυσκολίας του και σε ποια διαταραχή ανήκει ώστε να μπορούν όλοι αυτοί που εμπλέκονται στην μάθηση του  να έχουν εικόνα των δυσκολιών, από που προέρχονται αυτές και κυρίως να γίνει το σωστό πρόγραμμα παρέμβασης για να μπορεί να εξελιχθεί και να βελτιωθεί η ακαδημαϊκή του απόδοση.

Οι δυσκολίες στη μάθηση εμφανίζονται στους βασικούς γνωστικούς τομείς από τη στιγμή που το παιδί θα πάει σχολείο. Υπάρχουν όμως και «προβλεπτικοί» και «αιτιακοί» παράγοντες που εμφανίζονται στην προσχολική ηλικία και κατατάσσουν τα παιδιά στην ομάδα ηψηλού κινδύνου. Έρευνες έχουν δείξει πως όσο πιο νωρίς ανιχνευτούν κυρίως οι φωνολογικές δυσκολίες που παρουσιάζει ένα παιδί και αποκατασταθούν τόσο πιο εύκολα θα κατακτήσει την ανάγνωση σε μεταγενέστερο επίπεδο. Μια κατάλληλη θεραπευτική πρώιμη παρέμβαση στα πρώτα χρόνια άναπτυξης του παιδιού μπορεί να προβλέψει και κάποιες φορές να εμποδίσει την εμφάνιση της δυσλεξίας κατά τη είσοδο του παιδιού στο δημοτικό. Η έγκαιρη διάγνωση της δυσλεξίας θεωρείται προαπαιτούμενο για την αντιμετώπιση της παρ’όλο που γνωρίζουμε πως αυτές οι δυσκολίες διαρκούν σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου, συχνά αυτά ανταποκρίνονται καλύτερα στην πρώιμη και κατάλληλη παρέμβαση. Όταν η διάγνωση δεν είναι έγκαιρη  και έγκυρη δεν μπορεί να δομηθεί από το σχολικό περιβάλλον το κατάλληλο εξατομικευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα που να αποσκοπεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες του κάθε μαθητή που παρούσιαζει μαθησιακή δυσκολία.  

Ο μαθητής με δυσλεξία αντιμετωπίζει προβλήματα σε όλη τη διάρκεια της σχολικής του ζωής αλλά και στη μετέπειτα πορεία του ως ενήλικας. Αυτό πάντα φυσικά εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως το οικογενειακό περιβάλλον, το πολιτισμικό πλαίσιο που μεγαλώνει, το βαθμό σοβαρότητας του φαινομένου, τον τύπο δυσλεξίας, των προσωπικών χαρακτηριστικών του παιδιού, το κατά πόσο έγκαιρα έχει γίνει η διάγνωση και η αντιμετώπιση της, καθώς και άλλων συναφών παραμέτρων. Πέρα από τις δυσκολίες που εμφανίζει σε μαθησιακό επίπεδο και δυσχεραίνουν την ακαδημαϊκή του απόδοση μπορεί να εμφανίσει και συναισθηματικά-ψυχοκοινωνικά προβλήματα που τον επηρεάζουν και σε ατομικό- προσωπικό και σε κοινωνικό-πολιτισμικό επίπεδο.

Η δυσλεξία στο άτομο μπορεί να επιφέρει σχολική αποτυχία και κατά συνέπεια να επηρεάσει αρνητικά την εικόνα του εαυτού. Τα δυσλεξικά παιδιά είναι πιθανό να παρουσιάσουν χαμηλή αυτοεκτίμηση αν δεν καταφέρουν να ξεπεράσουν τις αδυναμίες τους αλλά και να αξιοποιήσουν τις ικανότητες τους. Χωρίς επιτυχημένη παρέμβαση κατά τα σχολικά χρόνια ο δυσλεξικός ενήλικας στον κοινωνικό τομέα παρουσιάζει ανωριμότητα, δυσκολία στο να κάνει τις κατάλληλες επιλογές ή να πάρει τις σωστές αποφάσεις. Αυτές οι δυσκολίες έχουν αντίκτυπο στην οικογένεια και στην επαγγελματική ζωή και επιδρούν αρνητικά στις διαπροσωπικές σχέσεις του ατόμου και στο κατά πόσο αποτελεσματικός είναι στους διάφορους κοινωνικούς ρόλους που κατέχει όπως του συζύγου, του πατέρα ή του εργαζόμενου.

 

Βιβλιογραφία
Στασινός, Δ. (2015) (Έκδοση αναθεωρημένη). Ψυχολογία του Λόγου και της Γλώσσας. Ανάπτυξη και Παθολογία. Δυσλεξία και Λογοθεραπεία. Αθήνα: Gutenberg
Στασινός, Δ. (2016) (Έκδοση αναθεωρημένη). Η Eιδική Eκπαίδευση 2020 plus. Για μια συμπεριληπτική ή ολική εκπαίδευση στο νέο- ψηφιακό σχολείο με ψηφιακούς πρωταθλητές. Αθήνα: Παπαζήση   

Η ψυχοθεραπεία είναι ένα ταξίδι είτε ατομικό, μεταξύ δηλαδή του ενδιαφερόμενου και του ψυχοθεραπευτή, είτε ομαδικό, με πολλούς συμμετέχοντες και έναν ή δύο ψυχοθεραπευτές - συντονιστές της ομάδας.

Σκοπός της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας, είναι να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής των παιδιών, των εφήβων και των ενηλίκων. Δε στοχεύει μόνο στην ανακούφιση των αρνητικών συμπτωμάτων (όπως αυτό του άγχους ή της κατάθλιψης) αλλά και στην προαγωγή της αυτογνωσίας των ατόμων και στη γενικότερη βελτίωση της καθημερινότητας, της επικοινωνίας και των οικογενειακώνl - διαπροσωπικών σχέσεων.

Ψυχοθεραπευτές έχουν δικαίωμα να είναι οι επαγγελματίες υγείας όπως οι ψυχολόγοι και οι ψυχίατροι οι οποίοι κατέχουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος καθώς και ολοκληρωμένη πρακτική και θεωρητική κατάρτιση σε κάποια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση.

Υπάρχουν πολλές προσεγγίσεις κάθε μία εκ των οποίων αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της ψυχικής υγείας από άλλη σκοπιά. Ενδεικτικά, υπάρχει η συστημική ψυχοθεραπεία, η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, η υπαρξιακή, η αφηγηματική, η γνωστική συμπεριφορική ψυχοθεραπεία, οι ανθρωποκεντρικές ψυχοθεραπείες και άλλες. Οι παραπάνω προσεγγίσεις είναι εξίσου αποτελεσματικές και αποδεδειγμένα βοηθούν στην βελτίωση της ψυχικής υγείας παρά τις όποιες διαφορές τους.

Κάθε θεραπευτική – συμβουλευτική συνεδρία, διαρκεί από 45 έως 60 λεπτά και η χρονική διάρκεια της θεραπείας ποικίλει ανάλογα με το αίτημα του ενδιαφερόμενου και το είδος της ψυχοθεραπείας (βραχείας η μακράς διάρκειας). Το βασικό εργαλείο της ψυχοθεραπείας, είναι ο διάλογος και μέσω της σωκρατικής διαλεκτικής, τα άτομα, εκφράζουν τις ανησυχίες, τους φόβους τους, τις αγωνίες και τους προβληματισμούς τους διερευνώντας νέες οπτικές και ορίζοντες με την βοήθεια των θεραπευτών. Οι ψυχοθεραπευτές, έχοντας εκπαιδευτεί επαρκώς, και οπλισμένοι με ενσυναίσθηση (με την ικανότητα δηλαδή να βλέπει κάποιος με τα μάτια του άλλου) στα λεγόμενα του συνομιλητή, δεν κατέχουν καμία θέση εξουσίας και αυθεντίας, αλλά αντίθετα, βοηθούν το άτομο να γίνει ο ίδιος ο «ειδικός» του εαυτού του.

Εκμαιεύουν όλες εκείνες τις πιθανά ξεχασμένες δυνάμεις, τις ικανότητες και τις πηγές ευτυχίας του ατόμου, που θα τον φέρουν πιο κοντά στα θέλω του, τις αξίες του και στο «γνώθι σ’αυτόν».

Page 1 of 2

To Pirgolexo © 2017